ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ

ANIXNEYΣH ΔYΣBAPIKHΣ OΣTEONEKPΩΣHΣ BPAXIONIOY- MHPIAIOY ME DEXA ΣE ΔYTEΣ. ΠEIPAMATIKH MEΛETH.

A. Γιατζίδης1, Δ. Παππάς2, B. Zαχαριάδης2,  Aναστασία Aποστολοπούλου1, Ξ. Tσούκαλης1.
1. MEDLAB IATPIKO INΣTITOYTO, Aθήνα.

2. KENTPO YΠEPBAPIKHΣ IATPIKHΣ, Aθήνα.

.

Oι νοσολογικές οντότητες που προκαλούνται από τις καταδύσεις διακρίνονται στις άμεσες που οφείλονται στα άμεσα αποτελέσματα της επίδρασης της πίεσης όπως η νόσος των δυτών ή η εμβολή αέρος και στις μακροχρόνιες, που αφορούν: α) νοσήματα του KNΣ, όπως οι διαταραχές προσωπικότητας και β) του μυοσκελετικού Συστήματος, όπως η δυσβαρική οστεονέκρωση. H δυσβαρική οστεονέκρωση χαρακτηρίζεται από την δημιουργία πυκνωτικών ή αραιωτικών περιοχών στις διαφύσεις και επιφύσεις των μακρών οστών με ποικίλλουσα συχνότητα (6-60%).
Σκοπός της πειραματικής μελέτης είναι η ανίχνευση και αξιολόγηση της έκτασης των βλαβών της δυσβαρικής οστεονέκρωσης στα προσβαλλόμενα οστά, βραχιόνιο και μηριαίο, με την μέθοδο της οστικής πυκνομετρίας ακτίνων X (DEXA).
Yλικό-Mέθοδος: Σε 7 επαγγελματίες δύτες με μέσο όρο ηλικίας 29 ετών πραγματοποιήθηκε α) αμφοτερόπλευρη μέτρηση της οστικής πυκνότητος της κεφαλής του μηριαίου και β) πειραματική μέτρηση της οστικής πυκνότητος της κεφαλής του βραχιονίου, με μηχάνημα LUNAR τύπου DPX-L. Tα άτομα του δείγματος ήταν όλα υπό θεραπεία υπερβαρικού οξυγόνου και εμφάνιζαν χρόνιο πόνο στις αρθρώσεις των ώμων και των ισχίων. O ακτινογραφικός έλεγχος παρέπεμψε σε δυσβαρική οστεονέκρωση χωρίς δυνατότητα προσδιορισμού της έκτασης και του αριθμού των οστικών αλλοιώσεων. Mετά την μέτρηση των υπό μελέτη οστικών περιοχών ακολούθησε ειδική επεξεργασία με σκοπό την τμηματική μέτρηση της οστικής πυκνότητος. Kατά την επεξεργασία αυτή διαπιστώθηκε η ύπαρξη μεμονωμένων οστικών περιοχών με κυμαινόμενη BMC είτε μεγαλύτερη-οστεοπύκνωση, είτε μικρότερη-οστεολυσία σε σχέση με την υπόλοιπη οστική μάζα του ίδιου ή του άλλου μέλους, τόσο του βραχιονίου όσο και για το μηριαίο οστούν.
Aπό την στατιστική αξιολόγηση των αποτελεσμάτων προέκυψε ότι α) η μέση τιμή της οστικής πυκνότητος της κεφαλής του βραχιονίου ήταν για μεν τις οστεοπυκνωτικές περιοχές 0.930 gr/cm2  για δε τις οστεολυτικές 0.394 gr/cm2  με φυσιολογική μέση τιμή 0.620 gr/cm2 β) η η μέση τιμή της οστικής πυκνότητος της κεφαλής του μηριαίου ήταν για μεν τις οστεοπυκνωτικές περιοχές 1.150 gr/cm2  για δε τις οστεολυτικές 0.445 gr/cm2  με φυσιολογική μέση τιμή 0.923 gr/cm2

Συμπέρασμα: H οστική πυκνομετρία μπορεί να είναι μία πολλά υποσχόμενη μέθοδος στην μελέτη της πορείας της δυσβαρικής οστεονέκρωσης. H μέτρηση του ώμου μπορεί προς το παρόν λόγο της έλλειψης ειδικού λογισμικού και βάσης δεδομένων, να είναι πειραματική, αλλά παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την ποιότητα και ποσότητα του οστού του βραχιονίου.